Opel Ascona:Ενα όνομα,πολλές αναμνήσεις!


Η Opel Ascona ήταν ένα μεγάλο οικογενειακό αυτοκίνητο που παραγόταν από τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία Opel από το 1970 έως το 1988. Παρουσιάστηκε σε τρεις διαφορετικές γενιές, ξεκινώντας ως πισωκίνητη και τελειώνοντας ως προσθιοκίνητη. Στο μηχανοκίνητο αθλητισμό, η αγωνιστική Ascona 400 με οδηγό το Γερμανό Walter Röhrl κέρδισε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Οδηγών του 1982 κι έμεινε στην ιστορία ως η τελευταία... πισωκίνητη παγκόσμια πρωταθλήτρια στην κατηγορία αυτή.

H Ascona πήρε το όνομά της από το ομώνυμο παραλίμνιο θέρετρο του Ticino της Ελβετίας. Ήδη από τη δεκαετία του 1950, μια ειδική έκδοση του Opel Record P1 πωλούνταν ως Opel Ascona στην Ελβετία. Το όνομα αυτό επαναχρησιμοποιήθηκε το 1968 για μια έκδοση του Opel Kadett B που προοριζόταν μόνο για την αγορά της Ελβετίας. Στην έκδοση αυτή, οι μηχανικοί της Opel είχαν «στριμώξει» έναν κινητήρα 1.7 λίτρων από το μεγαλύτερο μοντέλο Opel Record. Η Opel Ascona A παρουσιάστηκε το 1970 και πωλήθηκε σε όλη την Ευρώπη. Ήταν το πρώτο καθεαυτό μοντέλο της Opel που έφερε το όνομα αυτό. H Ascona παρουσιάστηκε το Σεπτέμβριο του 1970 και «έριξε αυλαία» στην παραγωγή της τον Αύγουστο του 1988, όταν και αντικαταστάθηκε από το Opel Vectra A.

Ascona A: 1970 – 1975 
Το φθινόπωρο του 1970, η Opel παρουσίασε την εντελώς νέα σειρά οχημάτων της στο Rüsselsheim. Το Opel Manta Coupe παρουσιάστηκε στις 9 Σεπτεμβρίου, ακολουθούμενο από την Ascona A στις 28 Οκτωβρίου, σε «σώματα» δίπορτων και τετράπορτων σεντάν, συν μια τρίθυρη station wagon με την ονομασία Caravan ή Voyage. Τα μοντέλα αυτά τοποθετήθηκαν μεταξύ των υπαρχόντων μοντέλων Kadett και Record.

H Ascona αρχικά εξελίχθηκε ως αντικαταστάτης του Kadett, αλλά κατά τη διαδικασία της εξέλιξης η Opel επέλεξε να εξελίξει αντί αυτού ένα νέο, μικρότερο Kadett και να τοποθετήσει την Ascona ως ανταγωνιστή του πετυχημένου τότε Ford Taunus. Η Ascona A έμεινε στην παραγωγή ως το 1975, με σχεδόν 692.000 οχήματα αυτής της γενιάς να βγαίνουν από τη γραμμή παραγωγής.

Η γκάμα περιελάμβανε κινητήρες από 1.2 ως 1.9 λίτρα, με ιπποδυνάμεις από 60 ως 90 ίππους. Η έκδοση των 1.2 λίτρων είχε κεφαλή OHV, ενώ οι εκδόσεις των 1.6 και 1.9 λίτρων είχαν το σύστημα CIH (Cam-In-Head) της Opel. Όλοι οι κινητήρες χρησιμοποιούσαν μονό καρμπυρατέρ. Ακόμα και με τον απλό αυτό σχεδιασμό, η Ascona SR είχε πετυχημένη καριέρα στο μηχανοκίνητο αθλητισμό, με το Γερμανό οδηγό Walter Röhrl να κερδίζει το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1974 πίσω από το τιμόνι της. Ο βελτιωτικός οίκος και συνεργάτης της Opel, Steinmetz, είχε εξελίξει μια ειδική έκδοση της Ascona SR με δυο μονά καρμπυρατέρ Solex, ανεβάζοντας την ιπποδύναμη στους 125 ίππους.

Από το 1971 ως το 1975, η Ascona των 1.9 λίτρων εξαγόταν στην Αμερική ως Opel 1900. Αρχικά, όλες οι εκδόσεις ήταν διαθέσιμες μέσω των αντιπροσωπειών της Buick, αλλά η τετράπορτη σεντάν έκδοση σταμάτησε μετά το 1972. Το 1974, ειδικοί προφυλακτήρες προστέθηκαν με βάση τους ομοσπονδιακούς νόμους. Όλα τα μοντέλα Opel που πωλήθηκαν στις ΗΠΑ το 1975 ήταν εξοπλισμένα με ψεκασμό καυσίμου Bosch L-Jetronic, εξαιτίας των σκληρών προϋποθέσεων εκπομπών ρύπων εκείνης της χρονιάς. Εξαιτίας όμως της δυσμενούς για τους Αμερικανούς αναλογίας γερμανικού μάρκου/αμερικανικού δολαρίου, μετά το 1975 όλα τα μοντέλα της Opel αντικαταστάθηκαν από Isuzu Gemini με σήματα Opel.

Ascona B: 1975 – 1981 
Η δεύτερη γενιά Ascona παρουσιάστηκε τον Αύγουστο του 1975 στο Σαλόνι Αυτοκινήτου της Φρανκφούρτης. Ήταν διαθέσιμη σε δίπορτο και τετράπορτο σαλούν «σώμα», ενώ δεν υπήρχε διαθέσιμο station wagon «σώμα» σε αυτή τη γενιά.

Η Ascona B διατήρησε την ίδια γκάμα κινητήρων με την προκάτοχό της, όμως τώρα υπήρχαν διαθέσιμες εκδώσεις κινητήρων με υψηλότερη συμπίεση που χρησιμοποιούσαν βενζίνη 98 οκτανίων, με την ονομασία S, ταυτόχρονα με τα μοντέλα των 90 οκτανίων. Η πρώτη αλλαγή ήρθε τον Ιανουάριο του 1976, όταν έγιναν διαθέσιμα χωρίς επιπλέον χρέωση, τζάμια πολλαπλών στρώσεων για τα παράθυρα. Ο κινητήρας CIH S των 1.9 λίτρων αντικαταστάθηκε από ένα εκσυγχρονισμένο δίλιτρο με κωδικό 20S το Σεπτέμβριο του 1977. Από τον Ιανουάριο του 1978 έγινε διαθέσιμος ο κινητήρας 20Ν, ενώ όλα τα μοντέλο «φόρεσαν» ηλεκτρικούς υαλοκαθαριστήρες. Ένας δίλιτρος diesel κινητήρας προστέθηκε στη γκάμα το 1978, στοχεύοντας κυρίως στις αγορές των Κάτω Χωρών και της Ιταλίας, όπου οι τοπικές φορολογικές δομές προσέφεραν κίνητρα για diesel αυτοκίνητα.

Στο τέλος του 1978, ο κινητήρας 1.6S σταμάτησε στη Γερμανία, όπου αντικαταστάθηκε από τον κινητήρα 19Ν, με ίδια ιπποδύναμη αλλά πολύ μικρότερη κατανάλωση καυσίμου. Ο κινητήρας 1.6S συνέχισε να είναι διαθέσιμος σε κάποιες αγορές με τη μειωμένη ιπποδύναμη των 70 ίππων. Τον Ιανουάριο του 1979 η έκδοση δρόμου της Ascona 400 με τον κινητήρα των 2.4 λίτρων έκανε την εμφάνισή της, με 16βαλβιδη κεφαλή και απόδοση 144 ίππων. Ένα μήνα αργότερα, ακολούθησε η πιο ανιαρή έκδοση της γενιάς, αυτή με τον κινητήρα OHC των 1.3 λίτρων. Η έκδοση αυτή γενικώς αντικατέστησε την παλιά μονάδα ισχύος των 1.2 λίτρων που χρονολογούνταν πίσω στο 1962, αλλά η παραγωγή της συνεχίστηκε σε φθίνοντες αριθμούς μέχρι το 1980 για κάποιες αγορές.

Το Σεπτέμβριο του 1979, η Ascona έλαβε ένα μικρό facelift, με πλαστικούς προφυλακτήρες και γκρι γρίλια με μεγαλύτερο πλέγμα. Τον Ιανουάριο του 1980 παρουσιάστηκε το μοντέλο με το δίλιτρο κινητήρα ηλεκτρονικού ψεκασμού Bosch L-Jetronic, αφού βέβαια είχε ήδη εγκατασταθεί στα Manta και Record. Μαζί με το μπροστινό σπόιλερ, η 2.0E Ascona «φόρεσε» αναβαθμισμένο συμπλέκτη και μετάδοση, διαφορικό, ψυγείο, όπως και άλλα κομμάτια που μοιραζόταν με το πιο σπορ Manta GT/E. Τον Ιανουάριο του 1981 η Ascona έλαβε τις τελευταίες αλλαγές της, όταν έγιναν αναπροσαρμογές στους κινητήρες 16Ν και 20Ν. Οι κινητήρες 1.9Ν και 2.0Ν σταμάτησαν από τη γερμανική αγορά, ενώ ο κινητήρας 1.6Ν ήταν διαθέσιμος μόνο σε συνδυασμό με αυτόματο κιβώτιο.

Συνολικά πάνω από 1.2 εκατομμύρια μονάδες της Ascona B βγήκαν από τη γραμμή παραγωγής παγκοσμίως μέχρι τον Αύγουστο του 1981. Η Ascona υπ' αριθμόν 2.000.000 ήταν μια Ascona B κατασκευασμένη τον Απρίλιο του 1980, ενώ η εκατομμυριοστή Ascona που πωλήθηκε στη Γερμανία, καταχωρήθηκε τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου.

Στην Αγγλία, η Ascona «φορούσε» τα σήματα του Vauxhall Cavalier, τόσο στη σαλούν όσο και στην κουπέ έκδοση, ήδη από τα τέλη του 1975. Και τα δυο αυτοκίνητα παράγονταν στο ίδιο εργοστάσιο στο Βέλγιο, όντας τα πρώτα Vauxhall που παράγονταν εκτός Αγγλίας. Βέβαια, το μπροστινό μέρος ήταν διαφορετικό, αφού η Vauxhall επέλεξε να κρατήσει τα χαρακτηριστικά «droop snoot» «μούτρα» των μοντέλων της, όπως αυτά είχαν σχεδιαστεί από τον Wayne Cherry.

Στη Νότια Αφρική υπήρχε μια τοπική έκδοση αποκαλούμενη Chevrolet Ascona, ταυτόσημη σε πολλά σημεία με την τετράπορτη Ascona B. Αυτή η Ascona «φορούσε» έναν τοπικά κατασκευασμένο κινητήρα 1.3 λίτρων από το Vauxhall Viva. Μια αριστοκρατική έκδοση με το μακρύτερο μπροστινό μέρος του Vauxhall Cavalier πωλήθηκε ως Chevrolet Chevair, εξοπλισμένη με μεγαλύτερους κινητήρες στα πρότυπα της Chevrolet.

Η πιο γνωστή έκδοση της Ascona B ήταν η επονομαζόμενη 400. Η ονομασία αυτή προερχόταν από τον κινητήρα των 2.4 λίτρων που ήταν τοποθετημένος στο αυτοκίνητο. Το 1980, ο Σουηδός οδηγός Anders Kulläng έγινε ο πρώτος νικητής με την αγωνιστική Ascona 400 προδιαγραφών Group 4, στο Ράλι της Σουηδίας. Η Ascona 400 προδιαγραφών Group B παρουσιάστηκε το 1981. Στα χέρια του Πρωταθλητή Ευρώπης του 1974 με Ascona A SR και Παγκοσμίου Πρωταθλητή του 1980 με FIAT 131 Abarth, Γερμανού Walter Röhrl, η Ascona 400 Group B κατέκτησε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Οδηγών του 1982.

Η «400αρα», όπως έγινε γνωστή στους Έλληνες φίλους του αυτοκινήτου και έμεινε στην ιστορία, εξελίχθηκε από την Opel ταυτόχρονα με το Manta 400, το οποίο αποτελούνταν από τις ίδιες αλλαγές. Η Irmscher και η Cosworth είχαν επιλεγεί ως συνεργάτες για το πρόγραμμα, η μεν πρώτη για τον εσωτερικό και εξωτερικό σχεδιασμό, η δε δεύτερη για να δημιουργήσει μια 16βαλβιδη κεφαλή με διπλό crossflow εκκεντροφόρο για τον κινητήρα. Όταν η Cosworth παρέδωσε στην Opel τις κεφαλές, η Opel ανακάλυψε σύντομα ένα μεγάλο λάθος. Το αρχικό σχέδιο ήταν να χρησιμοποιηθεί το μπλοκ του δίλιτρου κινητήρα, αλλά αυτό δεν παρήγαγε αρκετή δύναμη. Ο χρόνος τέλειωνε και η Opel έπρεπε να κάνει κάτι εσπευσμένα. Τελικά, η Opel πήρε το μπλοκ του 2.0E κινητήρα και του έδωσε υπερισχύ, εγκαθιστώντας μεγαλύτερα πιστόνια, διαφορετικούς διωστήρες, και το στροφαλοφόρο του CIH Diesel κινητήρα των 2.3 λίτρων. Το αποτέλεσμα ήταν ένας κινητήρας χωρητικότητας 2.4 λίτρων, ο οποίος έδωσε ώθηση σε μερικές εκδόσεις τεράστιας ιπποδύναμης, χρησιμοποιώντας τη 16βαλβιδη κεφαλή της Cosworth. Οι εκδόσεις δρόμου της «400αρας» παραδίδονταν με ιπποδυνάμεις 144 ίππων, χρησιμοποιώντας τον ψεκασμό καυσίμου Bosch των Manta GSI και GT/E. Παρόλα αυτά, οι αγωνιστικές εκδόσεις παραδίδονταν με ιπποδυνάμεις 230 ίππων, οι οποίες μπορούσαν άνετα να εκτοξευτούν στους 340 ίππους, χρησιμοποιώντας εξαρτήματα κανονικής αναρρόφησης. Με απλά λόγια, ατμοσφαιρικά και όχι τουρμπισμένα άλογα. Η Irmscher παρέδωσε τα αγωνιστικά τελειώματα για το εξωτερικό του αυτοκινήτου. Μεγάλα και φαρδιά φτερά, ελαφρωμένα καπό-μπροστινά φτερά-πίσω καπό-πόρτες «φορέθηκαν» επίσης στο αυτοκίνητο.

Το 1984, το Audi Quattro εμφανίστηκε πιο δυνατό από ποτέ, και η Ascona 400 όπως και το Manta 400 που την είχε διαδεχτεί στους αγώνες, κρίθηκαν απαρχαιωμένα. Παρόλα αυτά, η Ascona 400 κρατάει ακόμα στα χέρια της κάποια αξιοσημείωτα ρεκόρ. Προπάντων, η «400αρα» ήταν το τελευταίο αυτοκίνητο με κίνηση στους πίσω τροχούς που κατέκτησε Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Οδηγών, εξασφαλίζοντας έτσι μια θέση στο Πάνθεον της ιστορίας του μηχανικού αθλητισμού.

Ascona C: 1981 – 1988
Η τρίτη γενιά Ascona, η Ascona C, παρουσιάστηκε τον Αύγουστο του 1981 ως μέρος του προγράμματος J-Car της μητρικής εταιρείας της Opel, General Motors. Αυτό ήταν μόλις το δεύτερο προσθιοκίνητο αυτοκίνητο της Opel μετά την παρουσίαση του Kadett D το 1979. Αυτό το αυτοκίνητο παραγόταν στα εργοστάσια της Opel στο Rüsselsheim της Γερμανίας, του Antwerp του Βελγίου και του Luton της Αγγλίας. Στο Ηνωμένο Βασίλειο πωλούνταν ως Vauxhall Cavalier και στη Λατινική Αμερική ως Chevrolet Monza. Το Cavalier Coupe σταδιακά καταργήθηκε, αλλά το Manta παρέμεινε στο Ηνωμένο Βασίλειο, όντας το τελευταίο αυτοκίνητο με σήματα Opel εκεί, προτού η μάρκα σταδιακά καταργηθεί το 1988 από την αγορά αυτή, έπειτα από απόφαση της General Motors. Πλέον δεν υπήρχαν διαφορές στις λαμαρίνες μεταξύ των μοντέλων της Opel και της Vauxhall μετά το 1982. Η Ascona C κέρδισε το βραβείο «Golden Lenkrad» στο τέλος του 1981 και ήταν το αυτοκίνητο με τις καλύτερες πωλήσεις στην ιστορία της Δυτικής Γερμανίας. Η Ascona C έχασε στις λεπτομέρειες τον τίτλο «Ευρωπαϊκό Αυτοκίνητο της Χρονιάς» από το Renault 9, ενώ κατά τη διάρκεια της παραγωγής της «υπέστη» δυο αξιοσημείωτα facelift.

Στη γκάμα των «σωμάτων» της Ascona C προστέθηκε και μια επιλογή hatchback «σώματος» με την ονομασία «CC» σε κάποιες αγορές. Το βασικό μοντέλο ήταν αυτό με τον κινητήρα των 1.3 λίτρων με 60 ίππους που είχε παρουσιαστεί το 1978 στην Ascona B, ακολουθούμενο από αυτό με τον κινητήρα των 1.6 λίτρων με 75 ίππους. Οι εκδόσεις S είχαν κινητήρες με μεγαλύτερη αναλογία συμπίεσης και αυξημένη ιπποδύναμη κατά 20%. Η κορυφαία έκδοση ήταν η σπορτίφ GT με ηλεκτρονικό ψεκασμό καυσίμου, «ωθώντας» την ιπποδύναμη στους 130 ίππους κατά τα δυο τελευταία χρόνια του μοντέλου. Οι πετρελαιοκινητήρες προέρχονταν από ένα μπλοκ εξελιγμένο από την Isuzu, χωρητικότητας 1.6 λίτρων. Καταλυτικές εκδόσεις έγιναν διαθέσιμες στις μεγαλύτερες βενζινοκίνητες εκδόσεις μετά το 1986.

                                                                                                                                                                 Editor: Ματθαίος Μπλούφας